Σάββατο, 21 Αυγούστου 2010

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Α΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟ Ε.Π.Ο. 10 - ΤΟΜΟΣ Α΄

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Α΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟ Ε.Π.Ο. 10 - ΤΟΜΟΣ Α΄


1.1 Από τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία στην Ευρώπη των φυλών, μεταναστεύσεις και «βαρβαρικά» βασίλεια στη Δύση
Bασικό στοιχείο αυτής της περιόδου φυσικά είναι η διαίρεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε ανατολικό και δυτικό τμήμα. Το μεν ανατολικό επρόκειτο να επιβιώσει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, αποτελώντας μια σημαίνουσα πολιτική δύναμη και συνιστώσα του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι για σχεδόν μια χιλιετία. Η νέα πρωτεύουσα του ανατολικού τμήματος, η Κωνσταντινούπολη, ήταν μια πολιτεία χτισμένη στο σταυροδρόμι δύο ηπείρων (Ευρώπης-Ασίας) και φυσικά από την αρχή ο ρόλος της σε γεωστρατηγικό, πολιτικό και οικονομικό επίπεδο ήταν σπουδαιότατος.




Το δυτικό κομμάτι της αυτοκρατορίας από την άλλη μεριά, γρήγορα περιέπεσε σε παρακμή. Σε αυτό το θέμα, σημαντικός ήταν ο παράγοντας των βαρβαρικών επιδρομών-κυρίως εκ μέρους των διαφόρων γερμανικών λαών- επιδρομών που εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο των μεγάλων μεταναστεύσεων των λαών από τον 4ο αιώνα και μετά (μέχρι και τον 7ο αιώνα).


Σε αυτές τις μετακινήσεις οι Ούννοι και γενικά οι διάφορες τουρκομογγολικές φυλές της ευρασιατικής στέπας, άσκησαν πίεση στους γερμανικούς λαούς της Ανατολικής Ευρώπης καταρχήν, αναγκάζοντας τους στο να στραφούν προς τα σύνορα μιας ήδη προβληματικής και παρακμασμένης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τον 4ο αιώνα. Έτσι, οι εισβολές των Γερμανών από την αρχή είχαν δύο κύριους άξονες: τη γραμμή του Ρήνου και την αντίστοιχη του Δούναβη.


Και πάλι όμως, μέσα στο πλαίσιο αυτών των εισβολών η επιρροή του ελληνορωμαϊκού κόσμου πάνω στους νέους εισβολείς, σε επίπεδο γλώσσας, πολιτισμού, ηθών, εθίμων, κοινωνικής και διοικητικής συγκρότησης, οικονομικών σχέσεων υπήρξε αισθητή (σε κάποιες περιπτώσεις περισσότερο, σε άλλες λιγότερο). Αυτός ο εκλατινισμός του γερμανικού, «βαρβαρικού» κόσμου στη δύση, συνοδεύτηκε από έναν αντίστοιχο, σταδιακό εξελληνισμό στην Ανατολή.


Οι Γερμανοί αποτελούν στην ουσία μια οικογένεια πολλών εθνών των οποίων αρχική κοιτίδα ήταν η νότια Σκανδιναβία. Κατά τη 2η χιλιετία π.Χ., τα Πρωτογερμανικά φύλα άρχισαν να εγκαταλείπουν αυτήν την αρχική κοιτίδα, μεταναστεύοντας προς διάφορα σημεία, κατά βάση της Βόρειας, Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Οι αρχαίοι γερμανικοί λαοί διακρίνονται σε τρεις κλάδους: α) τον Σκανδιναβικό που περιελάμβανε τους Νορβηγούς, τους Σουηδούς, τους Δανούς και τους Ισλανδούς, β) τον Δυτικογερμανικό που περιελάμβανε τους Φρίσιους, τους Φράγκους, τους Αλαμανούς, τους Γιούτες, τους Άγγλους και τους Σάξονες, γ) τον Ανατολικογερμανικό που περιελάμβανε τους Σουηβούς, τους Λομβαρδούς, τους Γότθους, τους Θουρίγγιους, τους Βουργουνδούς, τους Βαυαρούς και τους Βανδάλους.



Στις περιοχές του ευρασιατικού χώρου, όπου εντοπίζονται από την αρχαιότητα τα διάφορα γερμανικά φύλα, υπήρχαν και διάφοροι άλλοι λαοί και έθνη μη ινδοευρωπαϊκής προέλευσης, όπως οι Ούννοι, οι Φιλανδοί, οι Εσθονοί, οι Λάπωνες, οι Μογγόλοι, οι Τούρκοι, οι Τάταροι, οι Τσετσένοι, οι Αμπχάζιοι, οι Αβάροι, οι Γεωργιανοί, οι Χαζάροι, οι Πετσενέγκοι, οι Βούλγαροι, φυσικά οι Εβραίοι, διάφορα προλατινικά φύλα της Ιταλίας, οι Ίβηρες και οι Βάσκοι στην Ιβηρική Χερσόνησο, κάποια τμήματα μεταξύ των Ιλλυριών, των Θρακών και των Δακών (σημερινή Ρουμανία), που δεν είχαν αφομοιωθεί απόλυτα από τους τρεις παραπάνω που ήταν ινδοευρωπαίκής προέλευσης κ.λ.π.


Οι Ούννοι (λαός τουρκομογγολικής προέλευσης) διαχωρίζονταν σε δύο μεγάλες κύριες ομάδες, τους Λευκούς και Μαύρους Ούννους και αφότου εγκατέλειψαν την κοιτίδα τους στην Κεντρική Ασία, βρήκαν στο δρόμο τους διάφορους γερμανικούς λαούς, τους απώθησαν και τελικά εγκαταστάθηκαν στην ουγγρική πεδιάδα, που αποτέλεσε το κέντρο μιας βραχύβιας αυτοκρατορίας τον 5ο αιώνα. Τότε είχαν αρχηγό, τον περίφημο Αττίλα (434-453) και έκαναν καταστροφικές επιδρομές και στο δυτικό αλλά και στο ανατολικό τμήμα του Ρωμαϊκού Κράτους. Τελικά, ο Αττίλας νικήθηκε στα Καταλαυνικά πεδία από το Ρωμαίο στρατηγό Αέτιο το 451 και έκτοτε οι Ούννοι σημείωσαν κάμψη από πολιτικής και στρατιωτικής άποψης. Μετά το θάνατο του Αττίλα, το κράτος τους γρήγορα διαλύθηκε.



Κατά την ίδια εποχή οι Ρωμαίοι έκαναν συμμαχίες με αρκετές Γερμανικές φυλές. Οι Γερμανοί σύμμαχοι των Ρωμαίων λέγονταν Φοιδεράτοι δηλαδή «Ομόσπονδοι» και ουσιαστικά κατά την περίοδο που εξετάζουμε οι διάφορες μάχες μεταξύ της Ρώμης και των εχθρικών γερμανικών φυλών ήταν πόλεμοι μεταξύ Γερμανών, αφού τα στρατεύματα των Ρωμαίων αποτελούνταν στο μεγαλύτερο ποσοστό τους από γερμανικά μισθοφορικά στρατεύματα.


Κάτι τέτοιο καταδεικνύει ότι η επιρροή των γερμανικών φυλών ήταν εντονότατη στον τομέα της στρατιωτικής οργάνωσης και αυτό επρόκειτο να ισχύσει για κάμποσο καιρό και στην ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία.


Παράλληλα, αυτήν την εποχή κάνουν δυναμική εμφάνιση στο προσκήνιο οι Γότθοι που ήταν χωρισμένοι σε δύο κλάδους: τον ανατολικό κλάδο ή Οστρογότθους και τον δυτικό ή Βησιγότθους. Οι τελευταίοι το 410 λεηλάτησαν τη Ρώμη, ενώ οι Οστρογότθοι ίδρυσαν ισχυρό βασίλειο στην Ιταλία με ηγέτη τους τον Θεοδώριχο Α΄ που διαδέχτηκε τον τελευταίο αυτοκράτορα του δυτικού ρωμαϊκού κράτους, τον Ρωμύλο Αυγουστύλο. Ο Θεοδώριχος, που έχαιρε της εμπιστοσύνης και έγκρισης των Βυζαντινών, εισήγαγε στην αυλή του τα ρωμαϊκά ήθη και έθιμα ως προς τους τομείς της διοίκησης και οργάνωσης της αυλής του και της κρατικής μηχανής εν γένει.


Οι Φράγκοι, επίσης, ήταν ένας άλλος σημαντικός γερμανικός λαός της εποχής (προέρχονταν από μια συνομοσπονδία αρχαίων γερμανικών φυλών) και δημιούργησαν βασίλειο στη Γαλατία υπό τον βασιλιά τους Κλόβη ή αλλιώς Χλωδοβίκο που ήταν ο ιδρυτής της δυναστείας των Μεροβιγγείων που επρόκειτο να ηγεμονεύσουν στη σημερινή Γαλλία έως τον 8ο αιώνα.




Τέλος, οι Λομβαρδοί ή Λογγοβάρδοι ήταν ένα άλλο σημαντικότατο γερμανικό έθνος της εποχής. Η κοιτίδα τους ήταν στην περιοχή του Κάτω Έλβα. Τον 6ο αιώνα εγκαταστάθηκαν στην Παννονία και το 568 εισέβαλλαν στην Ιταλία. Αργότερα έκαναν πρωτεύουσα τους την Παβία και υιοθέτησαν και αυτοί τις διάφορες ρωμαϊκές παραδόσεις στον τομέα της διοικητικής και κρατικής οργάνωσης.






1.2 Κοινωνία, Εκκλησία και Πολιτισμός


Κατά την περίοδο των Μεταναστεύσεων των Λαών, στην μεν Βρετανία οι πόλεις υπό την πίεση των εισβολέων Αγγλοσαξόνων εξαφανίστηκαν, στη Γαλατία συρρικνώθηκαν, ενώ στην Ιταλία και την Ισπανία διατήρησαν τη σημασία τους ως πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά κέντρα αλλά όχι όπως στο παρελθόν.


Οι Γερμανοί που ήταν έθνη και κοινωνίες που ζούσαν πιο πολύ στην ύπαιθρο και τα δάση, γρήγορα υιοθέτησαν το ρωμαϊκό σύστημα των «villa» δηλαδή της τοπικής, αγροτικής μικροκοινωνίας, της οποίας επίκεντρο ήταν η έπαυλη του επαρχιώτη αριστοκράτη. Αυτοί στην πορεία αποτέλεσαν το στήριγμα των κατά τόπους Γερμανών βασιλέων.
Γενικότερα, όσοι επέζησαν από την παλιά ρωμαϊκή αριστοκρατία μετά τις γερμανικές εισβολές, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στους νέους ηγεμόνες, οι οποίοι σύντομα συνειδητοποίησαν ότι η επιβίωση των κρατών τους απαιτούσε μια οργάνωση που θα στηριζόταν σε πρότυπα και πρακτικές του παλαιού ρωμαϊκού συστήματος. Οι παλαιοί αριστοκράτες έτσι είχαν τη δυνατότητα να προσφέρουν τις γνώσεις και την εμπειρία τους σε αυτό το θέμα και κατέστησαν απαραίτητοι και χρήσιμοι στους Γερμανούς ηγέτες.






















Βασικοί τίτλοι αυτής της περιόδου στα νέα γερμανικά βασίλεια ήταν αυτός του Κόμη που ήταν διοικητής πόλης και αυτός του Επισκόπου. Επίσης σημαντικός ήταν και ο ρόλος του Μαγιορδόμου, δηλαδή αυτού που ήταν επικεφαλής της συνοδείας του βασιλιά (οι Γερμανοί βασιλείς συνήθως δεν έμεναν σταθερά για πολύ καιρό σε ένα μέρος και έκαναν συχνές περιοδείες στα βασίλειά τους). Οι Μαγιορδόμοι κατά τον 7ο αιώνα είχαν αποκτήσει σημαντική δύναμη και έφτασαν εν μέρει να υποσκελίσουν τη δύναμη κάποιων ηγεμόνων.











Γενικά πάντως, η γερμανική μοναρχία σε σύγκριση με το ρωμαϊκό σύστημα ήταν κληρονομική, απόλυτη και πατρογονική απορρίπτοντας το ρωμαϊκό res publica. Οι ίδιοι οι γερμανικοί λαοί ανέκαθεν ευνοούσαν τη βία και τον πόλεμο. Ήταν λαοί που δεν είχαν γραπτό δίκαιο, όπως οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι, αλλά προφορικές παραδόσεις που μεταβιβάζονταν από γενιά σε γενιά και όπου στηρίζονταν τα ήθη και έθιμά τους. Είχαν έντονο το στοιχείο της οικογενειακής αλληλεγγύης εντός της φατρίας και βάσει αυτού του στοιχείου επιβαλλόταν πολλές φορές η εκδίκηση και η βεντέτα σε περίπτωση που ένα μέλος της οικογένειας δολοφονούνταν από άλλους. Κάθε άτομο μέσα στην κοινωνία είχε κάτι σαν προσωπική αξία που ονομαζόταν «τιμή αίματος» (βέργκελτ στα γερμανικά) και που καλούνταν φυσικά να την υπερασπίσει, όποτε χρειαζόταν. Επίσης, ακόμα και μετά την επαφή με το ρωμαϊκό κόσμο, οι Γερμανοί για αιώνες υπήρξαν παγανιστές σε ένα μεγάλο τους ποσοστό. Η θρησκεία τους έδινε σημασία στην λατρεία της φύσης και των διαφόρων φυσικών στοιχείων που θεοποιούσαν.


Κατά τον 6ο με 8ο αιώνα ο ρόλος της Εκκλησίας, η οποία ήδη είχε αρχίσει να έχει τους πρώτους της πιστούς και εντός των γερμανικών φυλών, υποβαθμίστηκε. Αυτό οφειλόταν στο ότι οι Γερμανοί ηγεμόνες είχαν επιχειρήσει ευθύς εξαρχής να έχουν υπό τον έλεγχό τους, τους Επισκόπους. Την ίδια περίοδο έπεσε δραματικά το μορφωτικό επίπεδο του κλήρου (η πνευματική ανάταση θα ξεκινούσε πάλι επί Καρλομάγνου) και επικράτησε η δεισιδαιμονία, ενώ ακόμα ένα μεγάλο κομμάτι των γερμανικών πληθυσμών ήταν παγανιστές.


Μοναδική όαση μόρφωσης και καλλιέργειας των γραμμάτων και μάλιστα μελέτης των αρχαίων και κλασσικών συγγραφέων ήταν τα μοναστήρια που άρχισαν να ιδρύονται και στη δυτική Ευρώπη, κατά το πρότυπο των μονών της Αιγύπτου και της Μέσης Ανατολής. Η Ιρλανδία υπήρξε κατά το διάστημα αυτό το μοναστικό κέντρο του δυτικού κόσμου και άτομα όπως ο άγιος Κολουμβάνος, ίδρυσαν μονές όχι μόνο στην Ιρλανδία αλλά και στη Βρετανία, την Γαλατία κ.λ.π. στο συγκεκριμένο τομέα σημαντική ήταν η συμβολή του Βενέδικτου (480-547) που δημιούργησε τον ομώνυμο μοναχικό κανόνα και το τάγμα. Ο κανόνας αυτός που από τον 9ο αιώνα και έπειτα θα αναγνωριζόταν από την δυτική Εκκλησία ως ο οδηγός βάσει του οποίου θα έπρεπε να κινούνται και τα υπόλοιπα δυτικά μοναχικά τάγματα, όριζε ως βασικά στοιχεία της καθημερινής ζωής του μοναχού, τη χειρωνακτική εργασία, την προσευχή, τη νηστεία, την ανάγνωση και την περισυλλογή.
... βλέπε την περαιτέρω ανάπτυξη του κεφαλαίου στο σχόλιό μας.

1 σχόλιο:

  1. Σπουδαιότατη προσωπικότητα για τη δυτική Εκκλησία αυτήν την περίοδο υπήρξε ο πάπας Γρηγόριος ο Μέγας, άτομο που προώθησε τον εκχριστιανισμό σε πολλές περιοχές του ευρωπαϊκού χώρου, ενίσχυσε τη θέση της παπικής εξουσίας, διακήρυξε την πρωτοκαθεδρία του παπικού θρόνου έναντι του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, καταπολέμησε τον αρειανισμό. Πάντως, η περίπτωση του Πάπα Γρηγορίου ήταν μάλλον η εξαίρεση σε μια εποχή που γενικά οι πάπες είχαν σχετικά μειωμένη δύναμη. Μετά δε την κατάκτηση της Ρώμης από τους Βυζαντινούς κατά τον 6ο αιώνα, οι πάπες εξαρτώνται για κάποιο διάστημα από την Κωνσταντινούπολη. Τα μοναστήρια αντίθετα αποκτούσαν όλο και μεγαλύτερη δύναμη με τη συγκέντρωση όλο και περισσότερης γης, ενώ επανδρώνονταν κυρίως από άτομα προέλευσης αριστοκρατικής και από ευγενείς.

    Άλλη σπουδαία φυσιογνωμία των πρώτων χριστιανικών αιώνων στη Δύση, ήταν ο ιερός Αυγουστίνος, που ήταν ο κύριος δυτικός θεολόγος μέχρι τις αρχές του 5ου αιώνα. Γνωστά του έργα ήταν οι «Εξομολογήσεις», το μόνο αυτοβιογραφικό έργο έως τον 12 αιώνα στη Δύση και η «Πολιτεία του Θεού» (Civitas Dei), όπου ο Αυγουστίνος ανέπτυσσε την χριστιανική αντίληψη πως η πορεία της ανθρώπινης ιστορίας είναι μια πορεία προς την τελική σωτηρία (γραμμική πορεία του κόσμου κατά το εβραϊκό πρότυπο).


    Ταυτόχρονα, σε κάποια σημεία της Δύσης υπήρχαν κάποιοι πυρήνες, όπου διασώθηκε η ελληνορωμαϊκή παράδοση και πολιτιστική επιρροή, όπως στην Τουλούζη, το Τολέδο και τη Σεβίλλη (που δέχτηκε επιδράσεις εν μέρει και από τους Βυζαντινούς). Από την άλλη, η περιοχή όπου η πολιτιστική δραστηριότητα υποχώρησε σε τραγικό σημείο ήταν βασικά η Γαλατία, ενώ τα γράμματα άρχισαν πάλι να καλλιεργούνται στην Ιρλανδία και τη Βρετανία από τον 7ο αιώνα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή